ΡΩΜΗ

ΡΩΜΗ

Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2016

ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΕΣΟΓΕΙΟΥ-Β' ΜΕΡΟΣ

του Νίκου Ξένιου


Ρινόκεροι, καμηλοπαρδάλεις, γαζέλες, ιππάρια και αντιλόπες ζούσαν στην πεδιάδα της Δράμας πριν από εννέα εκατ. χρόνια, όπως αποκαλύπτουν τα απολιθώματα που εντοπίστηκαν στην Πλατανιά του Δήμου Παρανεστίου της Περιφερειακής Ενότητας Δράμας...

Το ανασκαφικό έργο που πραγματοποιείται στην περιοχή έφερε στο φως πολύ σημαντικά παλαιοντολογικά ευρήματα, από τα οποία προκύπτουν νέα στοιχεία για την ιστορία και τη γεωλογία της περιοχής. Η ανασκαφική ομάδα του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκη με επικεφαλής την καθηγήτρια Γεωλογίας - Βιολογίας και Δρ Παλαιοντολογίας Ευαγγελία Τσουκαλά διενεργεί ανασκαφικές έρευνες στην περιοχή τους τελευταίους επτά μήνες.

Ωστόσο η αυτοψία της περιοχής ξεκίνησε πριν από ένα περίπου χρόνο μετά από παρότρυνση και υπόδειξη του δημάρχου Παρανεστίου Νίκου Καγιάογλου και κατοίκων της περιοχής που γνώριζαν την ύπαρξη των απολιθωμάτων. «Θεωρούμε ότι είναι τα αρχαιότερα που έχουν βρεθεί, όχι μόνο στην περιοχή της Δράμας, αλλά σε όλη την Ανατολική Μακεδονία και Θράκη» δήλωσε στο Αθηναϊκό Πρακτορείο η κ. Τσουκαλά, σημειώνοντας:

«Τα ευρήματα μας βοηθούν να γνωρίσουμε την ιστορία της Πλατανιάς, ότι ήταν δηλαδή μια σαβάνα πριν από εννέα εκατομμύρια χρόνια και μέσα σε αυτή ζούσαν ρινόκεροι, καμηλοπαρδάλεις, γαζέλες, ιππάρια, μαστόδοντες, που είναι οι πρόγονοι των ελεφάντων, ακόμη και αντιλόπες. Βρήκαμε μια πλούσια πανίδα εκείνης της εποχής στην περιοχή.


Ο "μπάρμπα" Φίλιππος, όπως τον αποκαλούσαν, είχε παρατηρήσει ότι ανάμεσα στους ασβεστολιθικούς βράχους υπάρχει στις πλαγιές του Κάλαυρου μία μικρή σχισμή, γεμάτη με πέτρες και χώμα, που παρουσιάζει τις εξής ιδιαιτερότητες..

Τους χειμερινούς μήνες γύρω από το άνοιγμά της το χιόνι λιώνει νωρίτερα από τα άλλα σημεία του βουνού, και ότι ο αέρας από πάνω είναι πιο ζεστός.

Τους καλοκαιρινούς αντίθετα μήνες στο ίδιο σημείο ο αέρας είναι δροσερός. Επιπλέον, από την ίδια σχισμή ακουγόταν να προέρχεται κατά διαστήματα ένας απαλός θόρυβος, σαν ανάσα. Ο Φίλιππος υπέθετε ότι από κάτω περνούσαν υπόγεια νερά, τα οποία διατηρούσαν σταθερή τη θερμοκρασία του αέρα πάνω από τη σχισμή, δημιουργώντας επίσης το σαν φύσημα θόρυβο.

Για αρκετά χρόνια οι κάτοικοι του χωριού δεν έδιναν σημασία, παρόλο που, λόγω της έλλειψης υδάτινων πόρων στην περιοχή, ο εντοπισμός μιας πηγής θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμος. Έτσι, ύστερα από πολλές παροτρύνσεις του Φ. Χατζαρίδη, την άνοιξη του 1959 έφθασε πάνω από τη σχισμή μία ομάδα Πετραλωνιτών, οι οποίοι έσκαψαν στο εσωτερικό της, αδειάζοντας το χώμα που περιείχε και είδαν ότι οδηγούσε σε ένα κατακόρυφο υπόγειο στενό πέρασμα. Δύο ντόπιοι, ο Βασίλης Γιαννακόπουλος (1930-2008) και ο Χρήστος Σαρηγιαννίδης (1931-2001), με τη βοήθεια σχοινιών και τεχνητού φωτισμού κατέβηκαν σε ένα βάθος 7 - 10 μέτρων. Εκεί, προς μεγάλη τους έκπληξη, αντί για υπόγεια νερά, αντίκρισαν το εσωτερικό ενός άγνωστου Σπηλαίου.

Τον ίδιο χρόνο, οι κάτοικοι του χωριού παρατήρησαν ότι το νοτιότερο τοίχωμα δεν ήταν σχηματισμένο από ασβεστόλιθο, αλλά από τσιμενταρισμένο χώμα (λατυποπαγές). Στη συνέχεια έσκαψαν ένα κατακόρυφο άνοιγμα πλάτους ενός περίπου μέτρου, δημιουργώντας έτσι την πρώτη τεχνητή είσοδο. Αν και η είσοδος αυτή διευκόλυνε τις εξερευνήσεις που επακολούθησαν, τράβηξε όμως επίσης την προσοχή των κυνηγών θησαυρών και των συλλεκτών σταλαγμιτών, σταλακτιτών και απολιθωμάτων, προκαλώντας έτσι καταστροφές σ’ ένα περιβάλλον που η Φύση είχε διαφυλάξει για εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια. Πάντως, οι ζημιές επεκτάθηκαν περισσότερο κοντά σε αυτή την είσοδο και λιγότερο, λόγω δυσκολίας στην προσπέλαση, στα ενδότερα και ομορφότερα διαμερίσματα.

Παρά τη μεγάλη παλαιοανθρωπολογική σημασία του Σπηλαίου, μονάχα το 1968, και μετά από προσωπικές ενέργειες του Δρα Άρη Πουλιανού, αυτή η είσοδος προστατεύθηκε με μία πόρτα ασφαλείας.


Η ΑΝΕΥΡΕΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΤΩΝ ΠΕΤΡΑΛΩΝΩΝ

Το σχεδόν ολόκληρο ανθρώπινο κρανίο του Σπηλαίου Πετραλώνων βρέθηκε στις 15 Σεπτεμβρίου 1960 από ομάδα έξι ατόμων, με οδηγό τον Χρήστο Σαρηγιαννίδη (1931-2001), κάτοικο της παρακείμενης (ομώνυμης) Κοινότητας.

Από την στιγμή που το 1959 εντοπίστηκε το Σπήλαιο, ο Χρήστος Σαρηγιαννίδης είχε δείξει μεγάλο ενδιαφέρον για την εξερεύνησή του και συχνά προσφερόταν ως οδηγός σε διάφορους μελετητές. Μετά το θάνατο (Ιαν. 1960) του Ι. Πετρόχειλου - του πρώτου σπηλαιολόγου και γεωλόγου που εξερεύνησε το Σπήλαιο, ο ενθουσιασμός συνέχισε να «σπρώχνει» τον Χρήστο να επισκέπτεται το Σπήλαιο, με σκοπό να βρει νέα απολιθώματα, που θα «ξαναξυπνούσαν» το ενδιαφέρον των ερευνητών.


Με φόντο απολιθώματα 300 εκατομμυρίων ετών που εκτίθενται στις προθήκες της κεντρικής αίθουσας του Μουσείου Γεωλογίας και Παλαιοντολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, πραγματοποιήθηκαν τα εγκαίνια της εντυπωσιακής έκθεσης «Elephas tiliensis – Νάνος και τρισδιάστατος», στην οποία παρουσιάζεται για πρώτη φορά σε όλη την Ευρώπη ο συναρμολογημένος σκελετός του ελέφαντα της Τήλου.


Απολίθωμα ενός προβοσκιδωτού ζώου συγγενούς του σημερινού ελέφαντα βρέθηκε στις Σέρρες, που έζησε πριν 3 με 4 εκατ. χρόνια στην περιοχή.

Σύντομα βρέθηκε και δεύτερος χαυλιόδοντας, μέρος κρανίου και απολιθωμένα κοχύλια.



Η Παλαιολιθική εποχή αντιστοιχεί στη γεωλογική περίοδο του Πλειστόκαινου ή εποχή των Παγετώνων και καλύπτει το χρονικό διάστημα από 2 εκατομμύρια μέχρι 12.000 χρόνια περίπου πριν από σήμερα. Στη διάρκεια της μακράς αυτής περιόδου σημειώθηκαν στην περιοχή του σημερινού ελλαδικού-αιγαιακού χώρου σημαντικές γεωμορφολογικές και κλιματολογικές αλλαγές, οι οποίες ήταν καθοριστικές για την πανίδα, τη χλωρίδα και για την επιβίωση του παλαιολιθικού ανθρώπου στην περιοχή.

Η πρωιμότερη ένδειξη ανθρώπινης παρουσίας στην Ελλάδα είναι το ανθρώπινο κρανίο που βρέθηκε στα Πετράλωνα Χαλκιδικής και ανήκει στον ανθρωπολογικό τύπο του Homo sapiens praesapiens. Τα μέχρι στιγμής γνωστά ανθρωπολογικά και αρχαιολογικά ευρήματα επιτρέπουν τη διαίρεση της Παλαιολιθικής στην περιοχή του Αιγαίου σε Κατώτερη (350.000-100.000), Μέση (100.000-35.000) και Ανώτερη Παλαιολιθική (35.000-11.000 πριν από σήμερα).

Η κατοίκηση εντοπίζεται σε σπήλαια, βραχοσκεπές και σε υπαίθριες θέσεις. Ελάχιστες είναι μέχρι στιγμής οι θέσεις της Κατώτερης Παλαιολιθικής, ενώ περισσότερα είναι τα στοιχεία για τη Μέση και την Ανώτερη Παλαιολιθική. Το γεγονός θα πρέπει να αποδοθεί εν μέρει στην έντονη τεκτονική δραστηριότητα στον ελλαδικό χώρο και στις αυξομειώσεις της θαλάσσιας στάθμης του Αιγαίου, που εξαφάνισαν κάθε ίχνος κατοίκησης από κάποιες γεωγραφικές περιοχές.

Παλαιολιθικά ευρήματα από τον ελλαδικό χώρο αναφέρονται για πρώτη φορά το 1867, ενώ οι πρώτες οργανωμένες έρευνες σε παλαιολιθικές θέσεις έγιναν στο διάστημα 1927-31 από τον Αυστριακό Markovits. Η πρώτη ανασκαφή παλαιολιθικής θέσης πραγματοποιήθηκε το 1942, στο σπήλαιο Σεϊντί Βοιωτίας από το Γερμανό Stampfuss. Η συστηματική όμως έρευνα της Παλαιολιθικής στην Ελλάδα έγινε στη δεκαετία 1960-1970 από αγγλικές, αμερικανικές και γερμανικές αποστολές στην Ήπειρο, τη Μακεδονία, τη Θεσσαλία και την Πελοπόννησο. Οι αποστολές αυτές συνέταξαν το χάρτη με τις παλαιολιθικές θέσεις στον ελλαδικό χώρο. Ο χάρτης αυτός εμπλουτίζεται από τη δεκαετία του 1980 και εξής διαρκώς με νέες θέσεις, που εντοπίζονται σε συστηματικές επιφανειακές έρευνες και ανασκαφές, οι οποίες πραγματοποιούνται από την Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας-Σπηλαιολογίας του ελληνικού υπουργείου Πολιτισμού.



H ανασύνθεση της παλαιολιθικής οικονομίας στην Eλλάδα βασίζεται κατά κύριο λόγο στη μελέτη της γεωμορφολογίας του χώρου κατά το Πλειστόκαινο, καθώς και στα αρχαιολογικά δεδομένα, τα οποία περιλαμβάνουν λίθινα εργαλεία, οστά ζώων και κατάλοιπα φυτών και καρπών.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, οι οικονομικές δραστηριότητες του παλαιολιθικού ανθρώπου (400/350.000-11.000 πριν από σήμερα) αποσκοπούσαν στην εξεύρεση τροφής και περιορίζονταν στο κυνήγι ζώων, πτηνών και στη συλλογή γαστερόποδων (σαλιγκαριών), χόρτων και καρπών. Oι δραστηριότητες αυτές γίνονταν ατομικά ή ομαδικά. Tο κυνήγι είχε στόχο ένα ή περισσότερα ζώα (αγέλες) και διεξαγόταν στα πυκνά δάση (Ήπειρος, Λακωνία), στις στενές κοιλάδες (κοιλάδα Bοϊδομάτη), σε περάσματα που οδηγούσαν από τα βουνά στις πεδιάδες (Πηγές του Aγγίτη), αλλά και σε παράκτιες πεδιάδες (Ήπειρος, Aργολίδα). Tα υπολείμματα οστών ζώων από τις βραχοσκεπές Kλειδί και Μποΐλα της Hπείρου δείχνουν ότι οι κυνηγοί γνώριζαν τις εποχιακές μεταναστευτικές συνήθειες των ζώων (π.χ. ελαφιών), και ότι η εμβέλειά τους επεκτεινόταν και στις παράκτιες περιοχές πέρα από την κοιλάδα του ποταμού Βοϊδομάτη. Παράλληλα, τα υπολείμματα ψαριών και θαλάσσιων γαστερόποδων τεκμηριώνουν τις μεταναστευτικές κινήσεις των κυνηγών-ενοίκων των βραχοσκεπών αυτών κατά το τέλος της Ανώτερης Παλαιολιθικής (15.000-11.000 πριν από σήμερα).

Άρκτοι(αρκούδες), λιοντάρια των σπηλαίων, ρινόκεροι, μαμούθ, άλογα, λύκοι, κυρίως ελαφοειδή και αιγαγροειδή (κάτι σαν τα σημερινά κρι-κρι της ορεινής Κρήτης), αλλά και άγριοι ταύροι, χοίροι και όνοι(γαϊδούρια), μικρά θηλαστικά (νυφίτσα, ασβός, κάστορας), τρωκτικά, πτηνά, ψάρια, θαλάσσια και χερσαία γαστερόποδα αναγνωρίστηκαν από τους παλαιοζωολόγους ανάμεσα στα υπολείμματα ζώων, που βρέθηκαν σε σπήλαια και βραχοσκεπές του ελλαδικού χώρου.

Εκτός από τα πυκνόφυτα, κωνοφόρα δάση, η χλωρίδα της εποχής περιλάμβανε, σύμφωνα με τις μελέτες παλαιοβοτανολόγων σε φυτικά κατάλοιπα από τη Θεόπετρα Θεσσαλίας και το Φράγχθι Eρμιονίδας, βελανιδιά, κολλιτσίδα, λιθόσπερμο, βοϊδόγλωσσα, κουφοξυλιά, αγριοαμυγδαλιά, αγριομπίζελο, αγριοτρίφυλλο, φακή, σμέουρο, παπαρούνα, λαθούρι κλπ.
Για το κυνήγι και την επεξεργασία της τροφής (εκδορά και τεμαχισμός) χρησιμοποιούνταν κατά κανόνα λίθινα, αλλά και οστέινα ή κεράτινα εργαλεία. Yλικά κατάλληλα για την κατασκευή των λίθινων εργαλείων ήταν ο πυριτόλιθος και ο χαλαζίας, που προέρχονταν συνήθως από τη ζώνη δράσης των παλαιολιθικών κυνηγών (π.χ. κροκεάτης λίθος στη Λακωνία). Eνδείξεις για διακίνηση πρώτων υλών σε μεγάλες αποστάσεις έχουμε από την κοιλάδα του Bοϊδομάτη. Η πηγή του σκληρού πυριτόλιθου, που προτιμήθηκε από τον εύθραυστο πυριτόλιθο της περιοχής, εντοπίστηκε πέρα από την κοιλάδα. H λατόμηση αυτής της πρώτης ύλης, θα πρέπει να συνδυαζόταν με τις μεγάλης εμβέλειας κυνηγετικές δραστηριότητες των παλαιολιθικών κυνηγών, που σημειώνονται κατά την Ανώτερη Παλαιολιθική.

Tέλος, κατά την Ανώτερη Παλαιολιθική, τεκμηριώνονται για πρώτη φορά στον ελλαδικό χώρο οι παρακάτω παραγωγικές δραστηριότητες: η κατασκευή σκευών από ξύλο και πηλό (Θεόπετρα) και η εξόρυξη κόκκινης ώχρας από κοιτάσματα αιματίτη (Θάσος), προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως χρωστική ύλη ή για να εναποτεθεί σε ανθρώπινες ταφές!


Tα στοιχεία που αφορούν στην κοινωνική οργάνωση κατά την Παλαιολιθική εποχή είναι περιορισμένα, όχι μόνο στον ελλαδικό χώρο (400/350.000-11.000 πριν από σήμερα), αλλά σε όλο τον κόσμο. Θεωρείται ότι οι παλαιολιθικοί άνθρωποι συνδέονταν με δεσμούς συγγένειας και ζούσαν σε ολιγομελείς ομάδες 10 έως 30 ατόμων περίπου. H διαδικασία κατασκευής λίθινων εργαλείων (εξεύρεση πρώτης ύλης και περαιτέρω επεξεργασία), το ομαδικό κυνήγι άγριων ζώων και η μετέπειτα διαδικασία τεμαχισμού και διατήρησής τους αποτελούν τις πρωιμότερες εκδηλώσεις κοινωνικής συμπεριφοράς και οργάνωσης.

Aπό τη Μέση Παλαιολιθική περίοδο, περίπου από το 120.000 πριν από σήμερα, αυξάνουν οι ενδείξεις συγγένειας και κοινωνικής συμπεριφοράς, όπως διαφαίνεται από ταφές παιδιών, νεαρών γυναικών και ανδρών, που βρέθηκαν σε σπήλαια της Eυρώπης (Γαλλία) και της Aσίας (Παλαιστίνη). Πρόκειται για τις πρώτες ενδείξεις σεβασμού προς τον άνθρωπο και πίστης στη μεταθανάτια ζωή, και αποτελούν πνευματικές εκφράσεις του ανθρώπου του τύπου Νεάντερταλ. Eίναι χαρακτηριστικό ότι ο ενταφιασμός γίνεται στα σπήλαια και τις βραχοσκεπές, τα βασικά καταφύγια του παλαιολιθικού ανθρώπου, σε λάκκους που ανοίγονται για να δεχθούν αδιακρίτως άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Οι ταφές συνοδεύονται από ταφικές προσφορές (κτερίσματα) της κοινωνικής ομάδας, όπως εργαλεία, κέρατα ζώων ή άνθη. Σε πολλές περιπτώσεις, το πρόσωπο ή το σώμα του νεκρού στολίζεται με ώχρα, το λεγόμενο "χρυσό" της Παλαιολιθικής. Aντίστοιχα έθιμα διαπιστώνονται και στις πολυάριθμες ταφές ανθρώπων του Homo sapiens sapiens (σύγχρονου ανθρώπου), που χρονολογούνται στην Ανώτερη Παλαιολιθική (35.000-11.000 πριν από σήμερα).
Tαφές της περιόδου αυτής προέρχονται από το σπήλαιο της Θεόπετρας Θεσσαλίας (14.500 π.Χ.) και πιθανόν και από το Απήδημα Μάνης (30.000 πριν από σήμερα). Τα ευρήματα αυτά αποτελούν τις πρώτες βεβαιωμένες ενδείξεις σεβασμού και φροντίδας προς τους νεκρούς στον ελλαδικό χώρο.


Mοναδική για την Eλλάδα είναι η ύπαρξη ορυχείου αιματίτη στη Θάσο, όπου, από την Ανώτερη Παλαιολιθική, πραγματοποιούνταν εξόρυξη κόκκινης ώχρας, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως χρωστική ύλη ή για να εναποτεθεί σε ανθρώπινες ταφές! Tο έργο αυτό απαιτούσε ασφαλώς κοινό προγραμματισμό και συνεργασία της ανθρώπινης ομάδας.

Aπό την προχωρημένη Ανώτερη Παλαιολιθική πληθαίνουν τα στοιχεία στολισμού και κατ΄ επέκταση κοινωνικού συμβολισμού: διάτρητα δόντια αρκούδας και ελαφιού, όστρεα με οπή ανάρτησης.

Τέλος, από την Τελική Παλαιολιθική, διαπιστώνεται, με βάση τη διασπορά των ευρημάτων, μια αυστηρότερη κατανομή δραστηριοτήτων σε σπήλαια και βραχοσκεπές (Κλειδί Hπείρου). Η διάκριση χώρου συγκέντρωσης της ομάδας και παρασκευής τροφής γύρω από την εστία, ζώνης ανάπαυλας και ύπνου και ζώνης κατασκευής εργαλείων φανερώνει μικρά και ευέλικτα κοινωνικά σχήματα, ικανά να οργανώσουν τη σκληρή τους καθημερινότητα.



Οι πνευματικές κατακτήσεις του παλαιολιθικού ανθρώπου ανιχνεύονται αποκλειστικά στα αρχαιολογικά ευρήματα, ακίνητα και κινητά, δηλαδή στους χώρους που κατοίκησε και τάφηκε, και στα αντικείμενα που χρησιμοποίησε (π.χ. εργαλεία). Στα υλικά αυτά κατάλοιπα καταγράφεται συγχρόνως η μελέτη της φύσης, του κλίματος και της συμπεριφοράς των ζώων, αλλά και οι τρόποι με τους οποίους ο παλαιολιθικός άνθρωπος κατόρθωσε να επιβιώσει στις αντίξοες συνθήκες της εποχής των Παγετώνων.

Η επιλογή προσωρινού καταφύγιου (π.χ. σπήλαιο, κατάλυμα από οστά μαμούθ), η ανακάλυψη της φωτιάς (περίπου 700.000 χρόνια πριν από σήμερα), η επιλογή κατάλληλων πετρωμάτων για την κατασκευή ανθεκτικών όπλων και εργαλείων, η συνεχής βελτίωση των τεχνικών κατασκευής εργαλείων και των κυνηγετικών μεθόδων, ο ενταφιασμός των νεκρών και η τέχνη αποτελούν τα πρωιμότερα επιτεύγματα στην ιστορία της ανθρωπότητας.

Το έναυσμα για τη δημιουργία της παλαιολιθικής τέχνης έδωσε η ανάγκη του ανθρώπου για επιβίωση. Έτσι, την πρωιμότερη μορφή τέχνης στον πλανήτη μας, αποτελούν τα εργαλεία και όπλα. Από τον ελλαδικό χώρο προέρχονται πολυάριθμα εργαλεία από λίθο, οστό και κέρατο (χειροπελέκεις, αιχμές βελών, ξέστρα, λεπίδες, βελόνες, σπάτουλες κλπ.).

Από την Τελική Ανώτερη Παλαιολιθική (25.000-11.000 πριν από σήμερα) πληθαίνουν οι ενδείξεις σεβασμού προς το άτομο και ενταφιασμού του (Θεόπετρα), ενώ η εξόρυξη κόκκινης ώχρας στο λατομείο της Θάσου υποδηλώνει τη χρήση της για την κόσμηση του νεκρού. Πολύ πιθανή είναι και η κόσμηση του σώματος εν ζωή, μια και αυτή η πολύτιμη χρωστική ύλη -ο "χρυσός" της Παλαιολιθικής- φυλασσόταν αμέσως μετά την εξόρυξη σε θήκες από ελαφοκέρατα.

Από την ίδια περίοδο χρονολογούνται και τα πρώτα κοσμήματα από δόντια αρκούδας, ελαφιού καθώς και σαλιγκάρια με οπή ανάρτησης, τα οποία αποτελούν στοιχεία κοινωνικού συμβολισμού. Στα δείγματα παλαιολιθικής τέχνης από την Ελλάδα συγκαταλέγεται και οστό ζώου με εννέα εγχάρακτες, παράλληλες γραμμές, το οποίο προέρχεται από το σπήλαιο της Θεόπετρας. Από το σπήλαιο Σαρακινό του Πηλίου, προέρχονται δύο πλακίδια από σχιστόλιθο με εγχάρακτες παραστάσεις ανθρώπινων μορφών, καλυβών, ζώων (αιγαγροειδούς και ερπετού) και καμακιού. Από την περιοχή του Πηλίου προέρχεται επίσης και στιλπνό αντικείμενο με εγχάρακτη παράσταση άγριου αλόγου. Μνημεία παλαιολιθικής τέχνης, όπως βραχογραφίες και μικροπλαστική, όμοια με εκείνα της δυτικής και κεντρικής Ευρώπης δεν έχουν βρεθεί μέχρι στιγμής στην Ελλάδα.




ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΙ ΟΙΚΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΝΕΟΛΙΘΙΚΗΣ ΕΠΟΧΗΣ


Οι τούμπες αποτελούν εξ ορισμού πολυκατοικημένα μνημεία, με μακρά ιστορία, και με διαχωρισμό του «μέσα» από το «έξω». Στην επιφάνειά τους δεν υπάρχουν καλλιεργήσιμες εκτάσεις ούτε βοσκοτόπια, ενώ οι ειδικοί χώροι (εργαστήρια, ιερά, κοινοί τόποι συνάντησης ή τελετουργικοί χώροι, απορρίμματα) βρίσκονται (πιθανόν) εκτός οικισμού, λόγω έλλειψης ελεύθερων χώρων στο εσωτερικό του. Τα όριά τους σε κάποιες περιπτώσεις σηματοδοτούνται με κατασκευές όπως οι τάφροι και οι λίθινοι τοίχοι. Στις τούμπες αποδίδεται μια σημαντική ιδεολογική διάσταση, καθώς πρόκειται για οικισμούς που είναι ορατοί από μακριά και κατά την κατοίκησή τους και μετά την εγκατάλειψή τους. Το ίδιο ισχύει και για το εσωτερικό των οικισμών, όπου το κτίσιμο των σπιτιών στην ίδια θέση αποτελεί τη συμβολική συνέχεια όχι μόνο του σπιτιού αλλά και του νοικοκυριού, υποδηλώνοντας παράλληλα και ένα κληρονομικό σύστημα κατοχής της γης. Αδιαμφισβήτητη είναι η φυσική κυριαρχία τους στο χώρο, ενώ μέσα από το ύψος εκφράζεται όχι μόνο η μακροβιότητα αλλά και κάποιες πιθανές κοσμολογικές αντιλήψεις. Επιπλέον, θεωρείται ότι μπορούσαν και παρείχαν το μέσο για πολιτική δύναμη, αποτελώντας συνάμα και το σύμβολό της.


Σε αντίθεση με τις τούμπες, οι επίπεδοι οικισμοί έχουν μικρό πάχος επιχώσεων, κάτι που τους καθιστά δυσδιάκριτους στο τοπίο και δυσχεραίνει τον εντοπισμό τους. Στους οικισμούς αυτούς κατοικίες και καλλιεργήσιμοι χώροι συνυπάρχουν, σχηματίζοντας μικρές ενότητες στο χώρο, τρόπος οργάνωσης που τους προσδίδει ιδιαίτερα μεγάλη έκταση, σε συνδυασμό και με την οριζόντια διαδοχή των οικιστικών φάσεων. Στους επίπεδους οικισμούς, εργαστηριακοί, απορριμματικοί, αποθηκευτικοί και τελετουργικοί χώροι αναπτύσσονται εντός του οικιστικού ιστού, στις αυλές των σπιτιών και στους ελεύθερους χώρους ανάμεσά τους. Οι οικισμοί αυτού του τύπου, εκτός ίσως από την αρχική φάση της ζωής τους, δεν οργανώνουν τον οικιστικό τους χώρο σε επίπεδο κέντρο – περιφέρεια – όρια, με σταθερή τη θέση των διαφόρων τμημάτων και των λειτουργιών τους, όπως συμβαίνει στους πυρηνικούς οικισμούς, αλλά χαρακτηρίζονται από πιο ελεύθερο και συνεχώς μεταβαλλόμενο τρόπο χωροοργάνωσης. Η οριζόντια επέκταση της κατοίκησης τροποποιεί συνεχώς τα όρια του οικιστικού χώρου. Τα χαρακτηριστικά αυτά ωστόσο, στον βορειοελλαδικό χώρο δεν αποκλείουν την οριοθέτηση των οικισμών με κατασκευές όπως οι τάφροι, στοιχείο που διαφοροποιεί τους επίπεδους εκτεταμένους οικισμούς της περιοχής από τους αντίστοιχους του πολιτισμού Vinca


Οικιστικοί τύποι: Γενικά χαρακτηριστικά και μεγέθη των νεολιθικών οικισμών στον βορειοελλαδικό χώρο (Μακεδονία, Θράκη, Θεσσαλία)


Σύμφωνα με τα μέχρι τώρα δεδομένα της έρευνας, στον βορειοελλαδικό χώρο φαίνεται να κυριαρχούν οι οικισμοί με μορφή τούμπας (χαμηλοί ή ψηλότεροι γήλοφοι, με περιορισμένη έκταση). Ωστόσο, η συνεχής αύξηση του αριθμού των επίπεδων εκτεταμένων οικισμών φαίνεται να διαφοροποιεί σταδιακά την εικόνα.

Σύμφωνα με τα μέχρι τώρα δεδομένα, οι τύποι των οικισμών και οι εκτάσεις τους εμφανίζουν σε γενικές γραμμές την παρακάτω εικόνα:

Στη Θεσσαλία, κυρίαρχος τύπος οικισμού είναι η τούμπα (μαγούλα), ενώ νεότερα ευρήματα από την περιοχή μαρτυρούν την ύπαρξη και επίπεδων θέσεων. Το ύψος τους ποικίλλει από 0,50-15 μ., ενώ απαντά συχνότερα αυτό των 2μ. (χαμηλές μαγούλες). Το 70% των οικισμών έχουν έκταση μικρότερη των 50 στρεμμάτων, ένα μικρό ποσοστό ανήκει σε θέσεις πολύ μεγάλες, άνω των 150 στρεμμάτων, ενώ πολύ λίγες θέσεις είναι πολύ μικρές. Στην Ανατολική και Κεντρική Μακεδονία, παρατηρείται συνύπαρξη μικρών, μεσαίων και εκτεταμένων οικισμών, με εκτάσεις έως 2 στρέμματα, έως 20, και πάνω από 100, αντίστοιχα. Οι μεγαλύτερες εκτάσεις, 100-300 στρεμμάτων, συναντώνται στους επίπεδους εκτεταμένους οικισμούς


Στη Δυτική Μακεδονία, οι εκτάσεις των νεολιθικών οικισμών εμφανίζουν σημαντική διαφοροποίηση κατά περιοχή. Στις περισσότερες περιοχές συνυπάρχουν οικισμοί με μικρές ή μεγάλες διαστάσεις αλλά και με χαμηλό ή μεγάλο ύψος επιχώσεων, εμφανίζοντας μορφή ψηλής ή χαμηλής τούμπας αλλά και επίπεδων οικισμών. Η έκταση των οικισμών στην περιοχή της Φλώρινας είναι 4-100 στρέμματα, στην Αυγή Καστοριάς ο νεολιθικός οικισμός απλώνεται σε έκταση 30 στρεμμάτων, ενώ στα Γρεβενά οι θέσεις είναι πολύ μικρές, μικρότερες των 10 στρεμμάτων και με μικρό πάχος επιχώσεων, εμφανίζοντας εικόνα επίπεδων οικισμών.

Ιδιαίτερα για την περιοχή της Κοζάνης, τα πρώτα στοιχεία από το σύνολο των οικισμών δείχνουν ότι στις περισσότερες περιοχές (έξω από την Κίτρινη Λίμνη), οι νεολιθικοί οικισμοί δεν υπερβαίνουν σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους τα 30 στρέμματα, ενώ συναντώνται και πολύ μικρότεροι, με σύντομη διάρκεια ζωής. Οι περισσότεροι έχουν μορφή χαμηλού γηλόφου, με ποικίλο ύψος, ενώ από την κοιλάδα του μέσου ρου του Αλιάκμονα είναι γνωστοί και οικισμοί με μορφή ψηλής τούμπας (με ύψος μεγαλύτερο των 5μ.). Αντιπροσωπευτικό δείγμα, για την περιοχή έξω από την κοιλάδα της Κίτρινης Λίμνης, αποτελούν οι οικισμοί της κοιλάδας του μέσου ρου του Αλιάκμονα, όπου ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τύπος της οριζόντιας μετακίνησης που παρατηρείται, με την κατοίκηση να μεταφέρεται από τη μια χρονική περίοδο στην άλλη σε γειτονικά πλατώματα ή από τις υπώρειες προς τις κορυφές των λόφων και αντίστροφα.


Διαφοροποίηση φαίνεται να εμφανίζει η κοιλάδα της Κίτρινης Λίμνης, όπου ανήκει και ο οικισμός της Κρεμαστής, στην οποία συγκεντρώνονται οι μεγαλύτεροι σε έκταση νεολιθικοί οικισμοί της περιοχής. Παρατηρείται διαβάθμιση (η οποία ίσως δεν είναι άσχετη με τις αλλουβιακές αποθέσεις), με μικρούς, μεσαίους και μεγάλους οικισμούς, που κυμαίνονται από 30 έως 90 στρέμματα, με μεγαλύτερο (με βάση τα μέχρι τώρα δεδομένα) το Μεγάλο Νησί Γαλάνης. Η έκταση αυτή, σε συνάρτηση με το μεγάλο αριθμό και την πυκνή διάταξη των οικισμών (η μεταξύ τους απόσταση είναι περίπου 1χλμ.) αλλά και τη μορφή χαμηλής τούμπας που εμφανίζουν, συνδέθηκε αρχικά με πυκνοκατοίκηση και αυξημένο πληθυσμό. Ωστόσο, παρά την πρόοδο της έρευνας, ο προβληματισμός σχετικά με τη μορφή των οικισμών παραμένει, δεδομένης της σχετικά μεγάλης έκτασής τους αλλά και των νεότερων ανασκαφικών δεδομένων (με σημαντικότερο παράδειγμα τον οικισμό του Κλείτου, όπου διαπιστώνονται μεγάλα σπίτια, με κενούς χώρους ανάμεσά τους, χωρίς η έκταση του πρώιμου νεολιθικού οικισμού, Κλείτος 1, να υπερβαίνει τα 20 στρέμματα), τα οποία υποδηλώνουν σημαντική πολυμορφία στην ενδοκοινοτική χωροοργάνωση των οικισμών, όχι μόνο από περίοδο σε περίοδο αλλά και μεταξύ σύγχρονων θέσεων.



Παλαιοντολογία


H Παλαιοντολογία είναι η επιστήμη της Γεωλογίας που ασχολείται με την μελέτη των απολιθωμάτων, των υπολειμμάτων προϊστορικών ζωικών και φυτικών οργανισμών που έζησαν κατά το πρόσφατο ή μακρινό παρελθόν πάνω στη Γη και κλείστηκαν μέσα σε γεωλογικά στρώματα. Από την πρώτη στιγμή που εμφανίστηκε η ζωή πάνω στη Γη, πριν από περίπου 3,8 δισεκατομμύρια έτη, ο έμβιος κόσμος βρίσκεται σε συνεχή εξέλιξη. Νέα είδη εμφανίζονται, ενώ άλλα εξαφανίζονται. Τα απολιθώματα αποτελούν αδιάσειστη μαρτυρία αυτής της διαρκούς εξέλιξης στο διάβα του γεωλογικού χρόνου και λόγω της συνεχούς αλλαγής τους μας επιτρέπουν να παρακολουθήσουμε και να κατανοήσουμε τόσο την ηλικία των πετρωμάτων στα οποία βρέθηκαν, όσο και τις συνθήκες του παλαιοπεριβάλλοντος που επικρατούσαν, όταν αυτά ακόμα ζούσαν, ή όταν πέθαναν και αποτέθηκαν στα ιζήματα.


Ένα νέο συγγενικό είδος του ανθρώπου αποκαλύφθηκε στη Νότια Αφρική. Σύμφωνα με το CNN, η ιστορία του Homo naledi, όπως ονομάστηκε ο νέος πρόγονός μας, άρχισε να ξετυλίγεται το 2013, όταν ένας ερασιτέχνης σπηλαιολόγος και πανεπιστημιακός γεωλόγος παρουσίασε στον Λι Μπέργκερ, καθηγητή στο πανεπιστήμιο του Witwatersrand, στο Γιοχάνεσμπουργκ, τμήμα μίας απολιθωμένης γνάθου.


Η μεγάλη ανακάλυψη έγινε αργότερα σε έναν απομονωμένο θάλαμο στο σπήλαιο Rising Star, έξω από το Γιοχάνεσμπουργκ, όπου εντοπίστηκαν απολιθωμένα οστά από βρέφη, παιδιά, ενήλικες και ηλικιωμένα άτομα. Πρόκειται για συνολικά 1.500 απολιθώματα, η μεγαλύτερη ποσότητα από ένα συγκεκριμένο είδος ανθρωπιδών που έχει ποτέ αποκαλυφθεί στην Αφρική.


Ο άνθρωπος δεν διασταυρώθηκε ποτέ με τους δεινοσαύρους, γιατί απλούστατα δεν εμφανίσθηκε ως είδος κατά την Ιουρασική περίοδο, αλλά πολύ αργότερα.



Elephas (Palaeoloxodon) antiquus





Στις αρχές του -80 ένας δεκατριάχρονος γρεβενιώτης είχε ακούσει από τον παππού του πως κοντά στο αμπέλι του βρήκε κάτι παράξενα κόκαλα σε μέγεθος και σχήμα ανθρώπινου χεριού. Φιλοπερίεργος όπως ήταν “οργάνωσε” μια ερασιτεχνική ανασκαφή με μέλη τους συνομίληκους, Γιώργο Παπαδόπουλο και Θωμά Λάμπρου. Το εγχειρίδιο της ανασκαφής το πήραν από ένα βιβλιοπωλείο στην πλατεία, που εξηγούσε πως γίνεται μια σωστική ανασκαφή. Φτυάρια, σκεπάρνια, βούρτσες μαλακές και σκληρές, πυξίδα, κόλα ούχου και διαλύτης, κίτρινα και κόκκινα σχοινάκια, φωτογραφική μηχανή και βουρ για την ανακάλυψη. Στη “νεροφαγιά” του υπερχυλίζοντος νερού από υδραγωγείο γρεβενών έγινε η πρώτη τομή 1χ1 και τότε ένας τεράστιος σπόνδυλος από ένα άγνωστο θηρίο βγήκε στο φως. Φωτογράφιση, καθαρισμός, στερέωση και επέκταση προς τα νότια της τομής. Το αποτέλεσμα ήταν ένα οστούν μηκους 1 μέτρου και 8 εκατοστών Τρίτη μέρα περισυλλογή. Οι μεγάλοι που περνούσαν από εκεί, αλλά και όσοι μάθαιναν τα νέα, είχαν ο καθείς τη θεωρία του για τα ευρήματα. Άλλος είπε πως "είν’ από κανα γαϊδούρ”, άλλος πως είναι από έναν ελέφαντα που ψόφησε από τσίρκο, κανείς πάντως δεν έδωσε την πρέπουσα σημασία. Ίσως μόνο κάποιος κ. Ντακόλας, που, ενώ του είχαν γκρεμίσει τον φράχτη για την ανασκαφή, έφερνε στην ερευνητική ομάδα δαμάσκηνα και νερό. Μετά ανέλαβε το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, Τομέας Βιολογίας, τμήμα Παλαιοντολογίας.Ενώ ως τότε η περιοχή των Γρεβενών θεωρούνταν από την επιστήμη της παλαιοντολογίας “λευκό σημείο”, αίφνης αναδείχθηκε σε πραγματικό παλαιοντολογικό Ελντοράντο. Ο μαστόδοντας των Γρεβενών – Elephas (Palaeoloxodon) antiquus – ήταν το πρώτο εύρημα που άνοιξε το “χωρό των ελεφάντων” και ανεκτίσθη σχεδόν πλήρης μετά από 200.000 χρόνια κάτω από τη γη. Ακολούθησε χρονοβόρα συλλογή πληροφοριών στα γύρω χωριά, που τη σειρά της έδωσε σε ανασκαφικό “οργασμό”. Ήρθαν στο φως δύο τεράστια μαστόδοντα, που οι χαυλιόδοντές τους έγιναν αντικείμενο μελέτης του δημοσιογράφου του Discovery, dr Dick Mol, (ή αλλιώς …sir Mammoth):οι χαυλιόδοντες του πρώτου ζώου έχουν μήκος 4.39 μέτρα, και του δεύτερου, που ανακαλύφθηκε αργότερα, 5.02 μέτρα: στους πρόποδες της Πίνδου μας πριν από 3 εκατομμύρια χρόνια ζούσαν ζώα που οι χαυλιόδοντές τους μόνο ήταν 5 μέτρα. Τα ευρήματα σήμερα φυλάσσονται στο μουσείο Μηλιάς μαζί με άλλα πολύ ενδιαφέροντα από την ευρύτερη περιοχή. Οι πρωταγωνιστές της ιστορίας αυτής συνεχίζουν τη ζωή τους αθόρυβα, εργαζόμενοι σκληρά καθένας στον τομέα του του. Η πολιτεία για άλλη μια φορά δεν ξέρει τι τις γίνεται, και βρίσκεται αμήχανη μπροστά σε μία ανακάλυψη που θα μπορούσε να την ωφελήσει ποικιλοτρόπως.

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2016

Οι τελευταίοι ρωμαίοι αυτοκράτορες και η θεμελίωση της μεσαιωνικής Ευρώπης


Μολονότι η ρωμαϊκή διοίκηση ήταν διεφθαρμένη και ανεπαρκής, φαίνεται ότι στις αρχές και τα μέσα του 4ου αιώνα η μείωση του πληθυσμού και της παραγωγικότητας είχε σε μεγάλο βαθμό σταθεροποιηθεί ή και αντιστραφεί· γύρω όμως στο 375, με τις νέες μετακινήσεις των γερμανικών φυλών, οι πτωτικές τάσεις εμφανίζονται ξανά. Μόνον η Δυτική αυτοκρατορία κατέρρευσε ως
πολιτική ενότητα τον 5ο αιώνα· το ανατολικό τμήμα εξακολούθησε να υπάρχει και επομένως το πρόβλημα φαίνεται να ανάγεται σε συνθήκες που ήταν ιδιάζουσες στη Δύση ή πάντως πιο ακραίες
απ' ό,τι αλλού. Αν και από την εποχή του Διοκλητιανού η ρωμαϊκή κυβέρνηση έγινε πολύ πιο πολυμελής, πολλές λειτουργίες που σήμερα θεωρούνται αρμοδιότητα του κράτους εξακολουθούσαν να ανατίθενται σε ιδιώτες εργολήπτες. Η σύγχυση μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού, που από τη φύση της είναι πάντα προβληματική, στην ύστερη αυτοκρατορία εκφυλίστηκε σε χάος. Καθώς έφθινε η εξουσία του κράτους, οι Ρωμαίοι αριστοκράτες και οι Γερμανοί πολέμαρχοι εναλλάσσονταν στα κυβερνητικά αξιώματα με τρομακτική ταχύτητα. Έτσι, η εμφανής και συχνά συμβατική διαίρεση της κοινωνίας σε δύο ομάδες, των ισχυρών παραγόντων και των πελατών τους, συνδέεται με τη ρωμαϊκή πρακτική της απόκτησης κοινωνικού κύρους μέσω κάποιου δημόσιου αξιώματος.


Οι αξιωματούχοι εξαγοράζονταν ανοιχτά και χρησιμοποιούσαν τα προνόμια της θέσης τους για να ενισχύουν την ατομική επιρροή τους και να αποκτούν προσωπική εξουσία και πελατεία από πολίτες που γύρευαν προστασία από τους βαρβάρους, τους στρατιώτες και τους εισπράκτορες: κοντολογίς, από την ίδια κατηγορία ανθρώπων που αντιπροσώπευε ο ίδιος ο τοπικός άρχοντας. Ορισμένοι τοπικοί άρχοντες απολάμβαναν προνόμια immunitas (απαλλαγή από φόρους, δικαστικές και άλλες υποχρεώσεις) από την αυτοκρατορική διοίκηση, κατακτώντας έτσι το δικαίωμα να συλλέγουν φόρους από τους
υποτελείς τους και να τους δικάζουν οι ίδιοι. Από τα τέλη του 2ου αιώνα αυξάνει συνεχώς η στρατιωτικοποίηση, καθώς και η γραφειοκρατία του ρωμαϊκού κράτους. Όπως η κυβέρνηση δυσκολευόταν να διατηρεί τους βουλευτές και τους ενοικιαστές αγρότες στα πόστα τους, αντίστοιχα δεν μπορούσε να στρατολογήσει αρκετούς στρατιώτες για να καλύψει τις ανάγκες της, ιδίως μετά το 375. Οι μόνες σημαντικές πηγές για τη στρατολόγηση πολιτών ήταν οι παγιωμένες ομάδες: οι ελεύθεροι χωρικοί, οι δεκουρίωνες και οι τεχνίτες. Έτσι, τον 4ο και τον 5ο αιώνα συντελείται μια θεμελιακή δομική αλλαγή στον ρωμαϊκό στρατό: το επάγγελμα του στρατιωτικού γίνεται κληρονομικό. Αν και η κεντρική κυβέρνηση προσπάθησε να εμποδίσει την είσοδο των βουλευτών στον στρατό, ήδη τον 5ο αιώνα γίνονταν δεκτοί και δούλοι στις λεγεώνες.


Αυτά τα μέτρα ήταν ανεπαρκή και ο στρατός των πολιτών έπρεπε να συμπληρωθεί με μισθοφόρους και κληρωτούς. Ακόμα και κατά τον 3ο αιώνα οι Ρωμαίοι παραχωρούσαν σε «ακρίτες» (laeti,
δηλαδή μη ελεύθερους Γερμανούς, συνήθως αιχμαλώτους πολέμου), γαίες κοντά στα σύνορα με αντάλλαγμα την παροχή στρατιωτικής υπηρεσίας. Στις αρχές του 5ου αιώνα η αυτοκρατορία είχε ήδη αρχίσει να προσλαμβάνει limitanei —στρατιώτες που όφειλαν να καλλιεργούν τις γαίες που τους είχαν παραχωρηθεί και να υπερασπίζονται τα σύνορα. Συχνά οχύρωναν τα αγροκτήματά τους.
Πίσω από αυτή τη γραμμή άμυνας δρούσαν «μετακινούμενες» στρατιωτικές μονάδες. Οι φόροι σε είδος που οφείλονταν στο κράτος συχνά διανέμονταν στους στρατιώτες και τους δημόσιους υπαλλήλους αδιακρίτως με τη μορφή σιτηρεσίου ή μισθού, και μόνο το πλεόνασμα στελνόταν στη Ρώμη. Έτσι, στη Γαλατία δημιουργήθηκε ένας μεικτός ή ρωμαιοκελτογερμανικός στρατός πολιτών αγροτών που κατά καιρούς λειτουργούσε περίπου ως εφεδρικός.


Ο Θεοδόσιος Α', ο λεγόμενος Μέγας (379-395), ήταν ο τελευταίος ηγεμόνας μιας ενωμένης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Ανέλαβε την εξουσία υπό δυσμενείς συνθήκες: ο προκάτοχός του στη Δύση, ο Ουάλης, είχε χάσει τη ζωή του πολεμώντας κατά των Βησιγότθων. Ο Θεοδόσιος στάθηκε ικανός και δραστήριος ηγεμόνας, αλλά ήταν ο πρώτος αυτοκράτορας που αντιμετώπισε την πίστη στον χριστιανισμό ως στοιχείο της κρατικής πολιτικής, γεγονός που προκάλεσε τη δυσαρέσκεια πολλών υπηκόων του και δημιούργησε πολιτικές ταραχές. Οι περισσότεροι διάδοχοί του στην Ανατολική αυτοκρατορία δεν διέθεταν τις δικές του ικανότητες, αλλά τουλάχιστον μπόρεσαν να εξουδετερώσουν τις συχνά ολέθριες δραστηριότητες των Γερμανών, μερικές φορές στέλνοντάς τους στη Δύση για να πολεμήσουν ως σύμμαχοι των Ρωμαίων.


Τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν τον 5ο αιώνα οι Δυτικοί αυτοκράτορες ήταν ακόμα πιο σοβαρά, και οι ίδιοι αποδείχθηκαν ανίκανοι να τα επιλύσουν. Οι περισσότεροι ήταν υποχείρια της αυλής και
των σωματοφυλακών τους. Το 406-407 οι Γερμανοί πέρασαν για τελευταία φορά τη μεθόριο του Ρήνου και προχώρησαν διαμέσου της Γαλατίας και της Ισπανίας. Οι ρωμαϊκές λεγεώνες αποσύρθηκαν από τη Βρετανία για να ενισχύσουν την άμυνα των ηπειρωτικών περιοχών. Οι αυτοκράτορες του 5ου αιώνα δεν διέθεταν σαφή πολιτική για να διαλύσουν τη σύγχυση· περιορίστηκαν να δέχονται ομάδες Γερμανών ως συμμάχους (foederati, φοιδεράτοι) και μετά να τους στρέφουν ενάντια σε άλλους Γερμανούς.


Η εξουσία των κυβερνητών των επαρχιών είχε τόσο διαβρωθεί που χριστιανοί επίσκοποι είχαν αναλάβει την άμυνα, την εκπαίδευση και τη φροντίδα των απόρων στις πόλεις. Το 451 ο πάπας Λέων Α' «ο Μέγας» υπερασπίστηκε τη Ρώμη από τους Ούνους, ενώ η απόφαση του Αττίλα —ύστερα από την έκκληση του πάπα— να μην επιτεθεί στην πόλη θεωρήθηκε θαύμα. Η χρονολογία που δίνεται συνήθως για την πτώση της Δυτικής αυτοκρατορίας είναι το 476, όταν έχασε την εξουσία ο τελευταίος Δυτικός αυτοκράτορας πριν από τον Καρλομάγνο. Τα γεγονότα του 476 έχουν συμβολική σημασία, αλλά όχι επειδή η Ρώμη του Αυγούστου ή ακόμα και η Ρώμη του Διοκλητιανού δεν βρισκόταν πια στο προσκήνιο. Ο αυτοκράτορας Ρωμύλος Αυγουστύλος (Μικρός Ρωμύλος Αύγουστος, που πήρε τα ονόματα του θρυλικού ιδρυτή της Ρώμης και του πρώτου αυτοκράτορα) είχε ενδυθεί την αυτοκρατορική πορφύρα όταν ο πατέρας του Ορέστης —ένας Ρωμαίος που είχε διατελέσει γραμματέας του Αττίλα και αποστάτησε μετά το θάνατο του Ούνου αρχηγού— εκθρόνισε τον αυτοκράτορα Ιούλιο Νέπωτα. Το 476 ο Οδόακρος, ένας Ούνος που βρισκόταν στην υπηρεσία του Ανατολικού αυτοκράτορα Ζήνωνα, συμμάχησε με τον Ρωμύλο Αυγουστύλο και, αφού τον εκθρόνισε, δολοφόνησε τον Ορέστη και εξαγόρασε τον Ζήνωνα.






Η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία στη Δύση εξελίχθηκε βαθμιαία σε Ευρώπη των γερμανικών διάδοχων βασιλείων. Μολονότι οι αλλαγές που συντελέστηκαν κατά τον 5ο αιώνα ήταν ραγδαίες, πουθενά δεν σημειώνεται κάποιο απότομο ρήγμα. Ορισμένες όψεις του ρωμαϊκού πολιτισμού συνέχισαν υποσυνείδητα να επηρεάζουν όλους τους κατοίκους της αλλοτινής αυτοκρατορίας και να εμπνέουν συνειδητά τους ηγέτες τους. Οι περισσότεροι νέοι ηγεμόνες της Ευρώπης πίστευαν ότι είναι διάδοχοι των Ρωμαίων και αν εμείς τους θεωρούμε περισσότερο διαδόχους του Ρωμύλου Αυγουστύλου παρά του Κωνσταντίνου, τουλάχιστον πριν από τον 8ο αιώνα, ωστόσο αυτή η εντύπωση δεν ήταν προϊόν αυταπάτης. Οι άνθρωποι αυτοί εξιδανίκευαν, αλλά αναπόφευκτα τροποποιούσαν, αρκετά στοιχεία της κληρονομιάς της Ρώμης και άφηναν άλλες πτυχές των ρωμαϊκών επιτευγμάτων να παραμεριστούν είτε από αδιαφορία είτε από καθαρή ανικανότητα. Ωστόσο, σε γενικές γραμμές, το αποτύπωμα της Ρώμης στη μεσαιωνική Ευρώπη ήταν έντονο.


Ήδη τον 6ο αιώνα το ανατολικό τμήμα είχε γίνει εν πολλοίς ελληνικό· με τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό, που χρησιμοποιούσε τη λατινική γλώσσα, σημειώνεται μια συντηρητική αταβιστική στροφή. H πνευματική παραγωγή της ελληνικής Αρχαιότητας έφτασε στη Δύση κυρίως μέσω των μουσουλμάνων και όχι μέσω των Βυζαντινών. Η ειρωνεία είναι ότι μολονότι τον 5ο αιώνα οι Βυζαντινοί επιτάχυναν το πολιτικό τέλος της Δυτικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας στέλνοντας τους Γότθους στα δυτικά, στη συνέχεια, και χωρίς να έχουν τέτοια πρόθεση, προστάτευσαν τη Δύση από τους Σλάβους, τους Τούρκους και τους Μογγόλους. Η φυλετική και η γλωσσική συνέχεια είναι δύο προφανείς όψεις της συνεχιζόμενης ρωμαϊκής παρουσίας στη Δύση. Προς τα νότια, οι Γερμανοί εγκαταστάθηκαν μαζικά μόνο μέχρι τον ποταμό Λίγηρα. Οι μικρότερες φυλές, όπως οι Βουργουνδοί και οι Βησιγότθοι, σεβάστηκαν το δικαίωμα των Ρωμαίων να χρησιμοποιούν το δικό τους δίκαιο. Οι Γερμανοί αριστοκράτες προσπάθησαν να νομιμοποιήσουν την εξουσία τους μέσω επιγαμιών με τοπικές ρωμαϊκές συγκλητικές οικογένειες. Πολλές επιφανείς γαλατορωμαϊκές οικογένειες διατηρήθηκαν μέχρι τον 8ο αιώνα και λιγότερες μέχρι τον 9ο. Ως τον 7ο αιώνα τα ανώτερα στρώματα του χριστιανικού κλήρου αποτελούνταν κυρίως από Ρωμαίους αριστοκράτες· από τότε το ρωμαϊκό στοιχείο υποχωρεί και το αντικαθιστούν Γερμανοί, που προφανώς είχαν εκπαιδευτεί από Ρωμαίους. Οι τελευταίοι Ρωμαίοι αυτοκράτορες είχαν δώσει εντολή στους γαιοκτήμονες να παρέχουν «φιλοξενία» [hospitalitas] σε όσους Γερμανούς συνέβαινε να είναι σύμμαχοί τους τη συγκεκριμένη στιγμή: κατά το νόμο, αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να παρέχουν κατάλυμα στα στρατεύματα και να τους παραδίδουν το ένα τρίτο της συγκομιδής του γαιοκτήματος. Αν και φαίνεται ότι ορισμένοι Γερμανοί ερμήνευσαν αυτή την εντολή ως παροχή του δικαιώματος να ιδιοποιηθούν αυτό το ποσοστό γης, τα περισσότερα ρωμαϊκά latifundia δεν καλλιεργούνταν αδιάλειπτα σε όλη την περίοδο των μεταναστεύσεων. Στις γερμανικές ιδιοκτησίες (villae), που οργανώθηκαν κοντά στα εγκαταλελειμμένα ρωμαϊκά γαιοκτήματα, συνήθως τα οικήματα ήταν διαφορετικά και συχνά η διάταξη των αγροτεμαχίων είχε τροποποιηθεί, καθώς οι τετραγωνισμένοι αγροί των Ρωμαίων απέκτησαν πιο επίμηκες και συχνά ακανόνιστο σχήμα. Η νομική κοινωνική θέση των Γαλατορωμαίων κολωνών φαίνεται ότι διατηρήθηκε στη νότια Ευρώπη σε όλη την περίοδο των μεταναστεύσεων. Αν και ο όρος κολωνός (colonus) απαντά σε αγροτικά έγγραφα της καρολίγγειας περιόδου για πρόσωπα που η θέση τους ήταν παρόμοια με τη θέση των Ρωμαίων κολωνών, οι κολωνοί του Μεσαίωνα δεν ήταν κατά το νόμο ελεύθεροι. Από τον 4ο αιώνα, ο Ρωμαίος αγρότης ενοικιαστής δεν μπορούσε να εγκαταλείψει τη γη του, αλλά δεν ήταν δεμένος με το πρόσωπο του γαιοκτήμονά του. Παρέμενε ελεύθερος, αλλά η ρωμαϊκή αντίληψη περί ελευθερίας ήταν πολύ διαφορετική από τη δική μας: τα ελεύθερα άτομα είχαν υποχρεώσεις, ιδίως την καταβολή φόρων και την παροχή στρατιωτικής υπηρεσίας. Ο ορισμός της ελευθερίας δεν παρέπεμπε όπως σήμερα στο αυτονόητο δικαίωμα της απαλλαγής από ορισμένες ενοχλήσεις. Επομένως, οι Ρωμαίοι κολωνοί ήταν τυπικά ελεύθεροι, και ας μην μπορούσαν να εγκαταλείψουν τη γη τους.


Οι πολυάριθμοι γαλατορωμαϊκοί πληθυσμοί της πρώιμης μεσαιωνικής Ευρώπης ακολουθούσαν τους κανόνες του ρωμαϊκού δικαίου, παρά τις ενδεχόμενες παρερμηνείες τους από τους Γερμανούς
ηγεμόνες. Παραδόξως, το ρωμαϊκό δίκαιο ως συνεκτικό κρατικό νομικό σύστημα άσκησε περισσότερη επίδραση στο μεσαιωνικό και το σύγχρονο δίκαιο απ' ό,τι στους ίδιους τους Ρωμαίους.
Στα χρόνια της ύστερης αυτοκρατορίας η νομοθεσία ήταν χαώδης. Τα αυτοκρατορικά διατάγματα είχαν ισχύ μόνο στην επικράτεια του ηγεμόνα που τα εξέδιδε, ενώ πολλά αφορούσαν μόνο συγκεκριμένες κοινότητες. Η κρίση των δικαστών επίσης θεωρούνταν ότι καθιέρωνε νομικό προηγούμενο. Εντούτοις, μολονότι οι δικαστές είχαν υψηλό κύρος, δεν ήταν απαραίτητο να είναι και γνώστες του νόμου, ενώ πολλοί κατείχαν και άλλα αξιώματα και η δικαστική τους δραστηριότητα δεν ήταν παρά πάρεργο. Κάθε αυλή έπρεπε να διαθέτει έναν εμπειρογνώμονα στο δίκαιο, που τον διάλεγαν ανάμεσα στους τοπικούς νομομαθείς, οι οποίοι ήταν εκπαιδευμένοι στην τέχνη της ρητορικής. Μόνο από τα τέλη του 4ου αιώνα, και παρά τη σθεναρή τους αντίδραση, υποχρεώθηκαν και οι δικηγόροι να σπουδάζουν το νόμο. Οι νοτάριοι, που ο ρόλος τους ήταν ανάλογος με των σύγχρονων συμβολαιογράφων, προετοίμαζαν τις υποθέσεις και συνέτασσαν διαθήκες και συμβόλαια. Καθώς οι αυτοκράτορες εξέδιδαν μυριάδες διατάγματα και οι νομομαθείς έκαναν αναρίθμητες γνωμοδοτήσεις, που συχνά έρχονταν σε αντίφαση με την κρίση των προγενεστέρων τους, το δίκαιο έγινε ένα συνονθύλευμα που συνέβαλε στη σύγχυση και τη φαυλότητα του ύστερου ρωμαϊκού κράτους.


Ό,τι και αν φαινόταν πως έλεγε ο νόμος, μια δωροδοκία προς τον δικαστή ή μια εύστοχη επιλογή συνηγόρου μπορούσε να τον τροποποιήσει. Η κωδικοποίηση των νόμων είχε καταστεί επιτακτική ανάγκη. Το 438 ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος Β' εξέδωσε τον Θεοδοσιανό Κώδικα, όπως θα γινόταν αργότερα γνωστός, που περιλάμβανε όσα αυτοκρατορικά διατάγματα είχαν θεσπιστεί από το 312. Την οριστική όμως σύνοψη του ρωμαϊκού δικαίου την πραγματοποίησε ο ανατολικός αυτοκράτορας Ιουστινιανός (527-565), ο οποίος το 528 ανέθεσε σε μια επιτροπή νομομαθών να εξετάσει τη νέα νομοθεσία, που αποτελούνταν από διατάγματα των τελευταίων αυτοκρατόρων, και να άρει τις αντινομίες. Το αποτέλεσμα ήταν ο Κώδικας. Το 530 μια νέα επιτροπή συνέταξε τον Πανδέκτη (Digesta ή Pandectae) συνδυάζοντας την παλαιά νομοθεσία (τα νομοθετήματα της Δημοκρατίας και της πρώιμης Αυτοκρατορίας, διατάγματα της συγκλήτου και γνωμοδοτήσεις νομομαθών). Ο Πανδέκτης θα έπαιζε πιο καθοριστικό ρόλο απ' ό,τι ο Κώδικας, καθώς στηρίχτηκε σε διάφορες πηγές και ήταν μια πιο επιμελημένη σύνοψη νομικών αρχών. Οι πολύ συντομότερες Εισηγήσεις (Institutiones) ήταν εγχειρίδια για σπουδαστές, ενώ οι Νεαρές (νέα νομοθετήματα, Novellae) εκδίδονταν περιοδικά από τον Ιουστινιανό και άλλους αυτοκράτορες. Αυτή η λαμπρή σύνοψη του ρωμαϊκού δικαίου επονομάστηκε Κώδικας του αστικού δικαίου (Corpus juris civilis) ή, σύμφωνα με μια λιγότερο ακριβή απόδοση, Ιουστινιάνειος Κώδικας.


Οι Ρωμαίοι είχαν κατασκευάσει λιθόστρωτες οδούς σε όλη την Ευρώπη δυτικά των limes, συχνά με την απλή λιθόστρωση των παλαιότερων κελτικών δρόμων. Ακόμα και στη Βρετανία, τη λιγότερο
εκρωμαϊσμένη από τις δυτικές επαρχίες, κατασκευάστηκαν πάνω από 6.000 μίλια οδικού δικτύου για τη σύνδεση των οχυρών με τις civitates. Αν και στις αρχές του Μεσαίωνα η συντήρηση των
δρόμων ήταν ελλιπής, τελικά αυτοί αποτέλεσαν τον βασικό κορμό του χερσαίου εμπορίου. Οι Ρωμαίοι έχτισαν πόλεις σε όλη τη Γαλατία ως διοικητικά κέντρα των civitates, συχνά σε τόπους
όπου προϋπήρχαν εγκαταστάσεις φυλών. Οι αρχαιολογικές ενδείξεις φανερώνουν μια ρήξη στη συνέχεια των οικισμών στις περισσότερες ρωμαϊκές τοποθεσίες, που διήρκεσε τουλάχιστον μια γενιά στον 5ο αιώνα και στις αρχές του 6ου, ενώ ορισμένοι οικισμοί εξαφανίστηκαν εντελώς. Έκτοτε, ο επίσκοπος και οι κληρικοί του επέστρεψαν, επανίδρυσαν τη «διοίκηση», και συγκρότησαν τον πυρήνα ενός μικρού οικισμού, συχνά στη λιγότερο ευπρόσβλητη γωνιά του παλαιού ρωμαϊκού τείχους. Αγροτικά χωριά ιδρύθηκαν σε άλλες θέσεις μέσα στο ευρύτερο πρώην αστικό συγκρότημα. Ορισμένες ρωμαϊκές civitates, όπως η Κολονία και το Παρίσι, εξελίχτηκαν σε σημαντικές πόλεις στη διάρκεια του Μεσαίωνα. Μερικές, όπως η Βόννη, επανοικήθηκαν αλλά παρέμειναν δευτερεύουσες, ενώ άλλες διατηρήθηκαν ως επισκοπικές έδρες αλλά δεν αναπτύχθηκαν επειδή η θέση τους δεν ήταν ευνοϊκή για το εμπόριο. Οι ρωμαϊκοί οικισμοί που εξελίχτηκαν σε σημαντικές μεσαιωνικές πόλεις δεν ήταν όλοι civitates. Ορισμένα μικρότερα κέντρα, που οι Ρωμαίοι τα είχαν οχυρώσει ως στρατόπεδα τον 3ο και τον 4ο αιώνα, επεκτάθηκαν πέρα από τα ρωμαϊκά τείχη τους και έγιναν σημαντικές πόλεις. Αν και αυτές οι περιπτώσεις δεν αποτελούσαν τον κανόνα, το ρωμαϊκό αποτύπωμα στο χάρτη των πόλεων της μεσαιωνικής Ευρώπης είναι ευκρινέστατο: με μοναδική εξαίρεση τη Βενετία, όπου είχαν εγκατασταθεί πρόσφυγες από την ενδοχώρα που διέφυγαν από τους Οστρογότθους, καμία πόλη δεν αναπτύχθηκε από πυρήνα που πρωτοκατοικήθηκε στη διάρκεια των γερμανικών μεταναστεύσεων. Όλες οι άλλες μεσαιωνικές πόλεις είτε κατοικούνταν συνεχώς από τη ρωμαϊκή περίοδο είτε ήταν προσωρινώς εγκαταλελειμμένα ρωμαϊκά ερείπια που επανοικήθηκαν ή αναπτύχθηκαν μετά τον 8ο αιώνα.




Οι συνθήκες στις αρχές του 11ου αιώνα.

Η Ευρώπη στις αρχές του 11ου αιώνα εισέρχεται σε μια περίοδο σχετικής ειρήνης και ευημερίας. Η αναταραχή που προκάλεσαν οι εισβολείς του 9ου και 10ου αιώνα (Μαγυάροι, Άραβες, Νορμανδοί) έχει αρχίσει να καταλαγιάζει, καθώς οι εισβολείς είτε έχουν εγκατασταθεί είτε έχουν απωθηθεί.
Την ίδια περίοδο παρατηρείται μια σημαντική αύξηση του αριθμού των κατοίκων, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως δημογραφική «έκρηξη». Η αύξηση αυτή δεν μπορεί να προσδιοριστεί επακριβώς ελλείψει των κατάλληλων πηγών, γίνεται όμως έμμεσα αισθητή μέσα από δεδομένα όπως από την πυκνότητα των νεκροπόλεων και από παρατηρήσεις που έγιναν σε κοιμητήρια όπου διαπιστώνεται η αύξηση του μέσου όρου ζωής. Αριθμητικά, ο Ράσελ προσδιορίζει αυτήν την αύξηση από τα 23 εκατομμύρια το 950 στα 50 εκατομμύρια το 1300 και ο Μπένετ από 42 εκατομμύρια το έτος 1000 σε 69 εκατομμύρια το 1250. Η μείωση κατά 19 εκατομμύρια που διαπιστούται οφείλεται στον λοιμό της πανώλης, που αποδεκάτισε τον πληθυσμό της ηπείρου. Για τα αίτια της γενικά παρατηρούμενης δημογραφικής αύξησης υπάρχουν πολλές απόψεις:

1) Προφανώς η σχετική ηρεμία που ακολούθησε την ταραγμένη περίοδο των εισβολών περιόρισε τον αριθμό των θανάτων, όπως προτείνει ο Ζωρζ Ντυμπύ.

2) Ο Ρομπέρ Φοσιέ υποστηρίζει πως βασική αιτία της αύξησης του πληθυσμού ήταν η σημαντική κλιματολογική μεταβολή που παρατηρήθηκε από τον 10ο αιώνα, η οποία είχε θετικά αποτελέσματα στην Δυτική Ευρώπη, όπως την άνοδο της στάθμης των υδάτων, βελτίωση της ποιότητας του εδάφους και τακτική ηλιοφάνεια. Οι καλύτερες σοδειές που συνεπάγονται αυτές οι αλλαγές, δεν αλλάζουν το γεγονός ότι πρόσκαιρες κλιματολογικές εκδηλώσεις (ξηρασία, πλημμύρες) συνεχίζουν να προκαλούν λιμούς.
Παρατηρώντας το γεγονός ότι αυτή η δημογραφική αύξηση δεν εντοπίζεται σε μια μικρή χρονική περίοδο, αλλά συνεχίζεται και τους επόμενους δύο αιώνες, είναι φανερό ότι οι όποιες αλλαγές συνετέλεσαν στην αύξηση του πληθυσμού από τον 10ο αιώνα, δεν είναι και οι αποκλειστικές αιτίες αυτής της αύξησης.

3) Όπως αναφέρουν και οι Bernstein και Milz, η αύξηση της αγροτικής παραγωγής αποδόθηκε από ιστορικούς και στην τεχνολογική εξέλιξη της αγροτικής οικονομίας (πετάλωμα και λαιμαριά για τα άλογα, ζυγοτράχηλος για τα βόδια, υδρόμυλος, εξέλιξη της μεταλλουργίας). Πολλές όμως από αυτές τις τεχνολογικές γνώσεις είχαν κατακτηθεί και πριν από τον 10ο αιώνα, ή ακόμα και από την αρχαιότητα, αλλά η χρήση τους δεν ήταν ευρέως διαδεδομένη.

Σύμφωνα λοιπόν με τους Bernstein και Milza, η αυξανόμενη ζήτηση ήταν αυτή που ώθησε στη διάδοση και την εξέλιξη των τεχνικών αυτών και όχι η τεχνολογική εξέλιξη την αύξηση της παραγωγής. Αυτή όμως η αύξηση ήταν απαραίτητη για τη συντήρηση του συνεχώς αυξανόμενου πληθυσμού και χωρίς αυτήν δε θα μπορούσαμε να μιλάμε για δημογραφική έκρηξη.
4) Συνεπώς, η δυνατότητα αύξησης της παραγωγής μπορεί να θεωρηθεί ένα ακόμα, αν όχι άμεσο, έμμεσο αίτιο της αύξησης του πληθυσμού. Θα μπορούσαμε ακόμα να αναφέρουμε τη διαδικασία ανάδρασης που δημιουργείται υπό ευνοϊκές συνθήκες όπως η σχετική ειρήνη και οι καλές κλιματολογικές συνθήκες: η αύξηση του πληθυσμού ωθεί σε αύξηση της παραγωγής με διάφορα μέσα (όπως οι εκχερσώσεις). Οι αλλαγές αυτές με τη σειρά τους οδηγούν σε νέα αύξηση του πληθυσμού, καθώς μεγαλύτερος πληθυσμός μπορεί να τραφεί ικανοποιητικά αλλά έχει και στη διάθεσή του περισσότερα μέσα (αλλά και ανάγκη) για αύξηση της παραγωγής.







Κατά τον 9ο και 10ο αιώνα η Μεσόγειος ταλαιπωρείται από τις επιδρομές των Σαρακηνών, Οι Bernstein και Milza αναφέρουν πως «παντού όπου επικρέμαται η απειλή των Σαρακηνών οι κάτοικοι εγκαταλείπουν τα παράλια για να καταφύγουν στα υψώματα». Η ναυσιπλοΐα στη Μεσόγειο δεν είναι ασφαλής καθώς οι Άραβες κατακτούν τις Βαλεαρίδες, την Κορσική και την Σικελία, το 932 κατακτούν την Γένοβα και φτάνουν μέχρι τους αυχένες των Άλπεων. Στη Βόρεια Θάλασσα και τον Ατλαντικό, οι σκανδιναβικές επιδρομές δημιουργούν κι εκεί ανασφάλεια. Οι Σκανδιναβοί λεηλατούν τα παράλια, εγκαθιστούν στρατόπεδα στις εκβολές των ποταμών και ανεβαίνοντας τους ποταμούς φτάνουν μέχρι και σε πολιορκίες πόλεων. Στα ανατολικά, γύρω στα μέσα του 9ου αιώνα, οι Μαγυάροι, πιεζόμενοι από τους Πετσενέγκους Τούρκους, μετακινούνται δυτικά και εξαπολύουν φονικές και ληστρικές επιδρομές σε πολλές περιοχές της Ευρώπης. Είναι φανερό ότι οι συνθήκες στην Ευρώπη του 9 ου και 10ου αιώνα δεν ευνοούσαν την ανάπτυξη του εμπορίου. Παρ' όλα αυτά, ήδη από αυτήν την περίοδο παρατηρούνται ενδείξεις αναβίωσης του εμπορίου.

Ο Maurice Lombard αποδίδει την οικονομική αφύπνιση της Δυτικής Ευρώπης στον αντίκτυπο που είχε η διαμόρφωση του μουσουλμανικού κόσμου. Ένας κόσμος με αστικές καταναλωτικές μητροπόλεις, η ζήτηση των οποίων για πρώτες ύλες και εμπορεύματα ενισχύει τις εμπορικές συναλλαγές, αντίθετα με την προφανή άποψη που θεωρεί την αραβική κυριαρχία στη Μεσόγειο ως μια από τις αιτίες στάσης του εμπορίου.
Οπωσδήποτε η γενικότερη ανασφάλεια στη Μεσόγειο (αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη) δεν ευνόησε το εμπόριο. Το σχετικά περιορισμένο όμως εμπόριο με τις μουσουλμανικές μητροπόλεις (όπως περιγράφεται από τον Le Goff) φαίνεται να επέδρασε ως μεταφορά (ή διατήρηση) «τεχνογνωσίας»: Όταν οι συνθήκες γίνανε πιο ευνοϊκές για την ανάπτυξη του εμπορίου, οι έμποροι της Δύσης ήταν σε θέση να κατανοήσουν τις δυνατότητες που τους έδινε η επιστροφή της ασφάλειας στους εμπορικούς δρόμους και να δώσουν μια πιο άμεση ώθηση στην ανάπτυξη του εμπορίου. Στην αντίθετη περίπτωση, όπου δηλαδή το εμπόριο θα ήταν πολύ πιο περιορισμένο, θα χρειαζόταν λογικά περισσότερος χρόνος για μια αισθητή ανάκαμψη.

Η αύξηση της αγροτικής παραγωγής και του πληθυσμού καθώς και η ανάκαμψη του εμπορίου αποτέλεσαν τις βάσεις της ανάπτυξης των πόλεων από τον 11ο εώς τον 13ο αιώνα. Υπήρξαν και άλλοι λόγοι που οδήγησαν σε αυτήν την ανάπτυξη, πολλές φορές μάλιστα διαφορετικοί σε κάθε περίπτωση. Οι δύο αυτές αλλαγές όμως φαίνεται πως υπήρξαν απαραίτητες προϋποθέσεις για αυτήν την ανάπτυξη.
Η αύξηση της αγροτικής παραγωγής και του πληθυσμού συνοδεύεται από ένα κύμα εκχερσώσεων, καθώς παρ' όλη τη βελτίωση των σοδειών υφίσταται η ανάγκη μεγαλύτερων καλλιεργήσιμων εκτάσεων. Οι εκχερσώσεις αποτελούν αρχικά μικρής έκτασης πρωτοβουλίες αγροτών, αργότερα όμως (τέλη 11ου αιώνα) ιδρύονται πολλές «νέες πόλεις» με προσχεδιασμένο τρόπο. Οι γαιοκτήμονες βλέπουν θετικά τις εκχερσώσεις, μια και τους αποφέρουν εισόδημα από εδάφη που μέχρι τότε δεν ήταν παραγωγικά. Έτσι, αρχικά ενθαρρύνουν τις εκχερσώσεις προσφέροντας ευνοϊκούς όρους χρήσης της γης (όπως σταθερό ενοίκιο) σε αυτούς που θα αναλάμβαναν να εκχερσώσουν ή να αποξηράνουν γη και μετά να την καλλιεργήσουν.

Η αύξηση της παραγωγής δίνει πλέον τη δυνατότητα στους αγρότες να δημιουργούν κάποια αποθέματα, τα οποία μπορούν να ανταλλαχθούν στην κοντινή πόλη με προϊόντα της βιοτεχνίας και του εμπορίου. Έτσι οι αγρότες έρχονται σε επαφή με την ανταλλακτική οικονομία. Καθώς ο πληθυσμός αυξάνεται και μαζί του αυξάνεται και το μέγεθος των πόλεων, οι πόλεις αλληλεπιδρούν με το αγροτικό τους περιβάλλον. Οι εκχερσώσεις και η απόδοση γύρω από τις πόλεις αυξάνονται για να καλύψουν τις ανάγκες των πόλεων και οι πόλεις μεγαλώνουν μέσα στο ευνοϊκό για αυτές αγροτικό περιβάλλον, προσελκύοντας ταυτόχρονα και ανθρώπους από τις γύρω αγροτικές περιοχές. Η αγροτική ανάπτυξη δεν είναι δηλαδή πλέον μόνο αίτιο ανάπτυξης των πόλεων, αλλά και αποτέλεσμα αυτής. Παρ' όλο λοιπόν που «...το τείχος μιας πόλης είναι σύνορο, και μάλιστα το πιο ισχυρό που γνώριζε εκείνη η εποχή», η πόλη και η ύπαιθρος γύρω της αναπτύσσονται παράλληλα, τόσο πληθυσμιακά όσο και οικονομικά, ανταλλάσσοντας προϊόντα, χρήμα και ανθρώπους. Οι Bernstein και Milza επιχειρηματολογούν σε μάκρος ενάντια στις απόψεις του Πιρέν. Τόσο ενάντια στην άποψη ότι η κυριαρχία των Αράβων στη Μεσόγειο αποτέλεσε το κύριο αίτιο της επιβράδυνσης του εμπορίου της Δύσης, όσο και στην άποψη ότι υπήρξε μια ρήξη στην πληθυσμιακή συνέχεια των πόλεων, με την εμπορική δραστηριότητα να ανακάμπτει με πρωταγωνιστές ξένους εμπόρους που εγκαθίστανται κοντά στις παλιές πόλεις. Το σημαντικό όμως, ανεξάρτητα από τα παραπάνω, είναι ότι η ανάπτυξη των πόλεων δεν θα μπορούσε να γίνει όσο το εμπόριο συναντούσε δυσκολίες. Οι πόλεις, με την μορφή που πήραν την συγκεκριμένη περίοδο, δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν αυτόνομα όπως οι χωροδεσποτείες ή οι πόλεις του πρώιμου Μεσαίωνα. Η αύξηση, κατ' αρχάς, του πληθυσμού τους απαιτεί την τόνωση του τοπικού εμπορίου με τις γύρω αγροτικές περιοχές. Από την άλλη, η φύση των δραστηριοτήτων που συγκεντρώνουν προϋποθέτει την ανάπτυξη του εμπορίου, τόσο του τοπικού όσο και του πιο μακρινού. Ενώ οι πόλεις του πρώιμου Μεσαίωνα, όπως αναφέρει ο Le Goff, οφείλουν την σημασία τους σε μια διοικητική λειτουργία (που σιγά σιγά ατροφεί) ή στην παρουσία ενός επισκόπου, οι πόλεις του μέσου Μεσαίωνα βασίζονται στις υπηρεσίες προς την ανταλλακτική οικονομία (για παράδειγμα τραπεζίτες) και αργότερα στην παραγωγική τους δραστηριότητα, καθώς αρχίζει να αναπτύσσεται η βιοτεχνία. Το γεγονός ότι οι πιο έντονα αστικοποιημένες περιοχές βρίσκονται εκεί όπου καταλήγουν εμπορικοί (χερσαίοι και θαλάσσιοι) δρόμοι, αποτελεί ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο για τον ρόλο του εμπορίου στην ανάπτυξη των πόλεων.

Πέρα από τις αλλαγές που αποτέλεσαν την βάση και έδωσαν ώθηση στην ανάπτυξη των πόλεων, υπήρξαν και άλλοι επιμέρους παράγοντες που έπαιξαν ρόλο στην ανάπτυξη συγκεκριμένων πόλεων. Λόγοι όπως η εγκατάσταση ενός μοναστηριού, η ανάγκη για ειρήνη και ασφάλεια, ή στρατηγικοί λόγοι, όπως ο γερμανικός εποικισμός που οδήγησε στη δημιουργία νέων πόλεων στα ανατολικά.
Η ανάπτυξη των πόλεων συνδυάζεται με την εμφάνιση μιας νέας τάξης, της τάξης που η ύπαρξή της είναι άμεσα συνυφασμένη με την ανάπτυξη του εμπορίου, της βιοτεχνίας και των δραστηριοτήτων των σχετικών με το χρήμα. Οι έμποροι και οι τραπεζίτες αποκτούν οικονομική δύναμη και οι νέες δραστηριότητες απαιτούν ένα είδος διοίκησης που το μέχρι τότε φεουδαρχικό σύστημα, βασισμένο πάνω στην ιδιοκτησία της γης και σε μια αγροτική οικονομία με ελάχιστες συναλλαγές, αδυνατεί να προσφέρει.

Η νέα αυτή «αστική» τάξη δεν έρχεται σε άμεση αντίθεση με την φεουδαρχική χωροδεσποτεία και την αριστοκρατία, τους μέχρι τότε δηλαδή φορείς της εξουσίας. Είναι όμως αναγκαία μια μετατόπιση εξουσιών που θα εξυπηρετεί καλύτερα τις νέες λειτουργίες της πόλης. Παρατηρείται έτσι το φαινόμενο πολλές πόλεις να διεκδικούν και να αποσπούν λιγότερο ή περισσότερο εκτεταμένα δικαιώματα αυτοδιοίκησης. Οι διεκδικήσεις αυτές σε πολλές πόλεις προέρχονται από μια ένωση κατοίκων δεμένων με όρκο. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα οι πόλεις με τις πιο διευρυμένες ελευθερίες να αποκαλούνται «κοινότητες» ή «κομμούνες» και ο Le Goff αναφέρεται σε ένα «κίνημα αστικών κοινοτήτων». Το γεγονός ότι σε πολλές πόλεις συμμετείχε στην κοινότητα ολόκληρος ο αστικός πληθυσμός, καθώς και κάποια μεμονωμένα βίαια επεισόδια όπως η περίπτωση του επισκόπου της Λαν, μπορούν εκ πρώτης όψεως να δώσουν την εντύπωση ότι την συγκεκριμένη περίοδο εκδηλώθηκε μια «επανάσταση τωναστών».

Μια πιο προσεκτική ματιά όμως επιβεβαιώνει το γεγονός ότι τελικά η αστική τάξη δεν έρχεται σε ρήξη με τις φεουδαρχικές δομές εξουσίας της υπαίθρου. Όπως αναφέρουν οι Bernstein και Milza, οι παλιοί φορείς της εξουσίας - επίσκοποι, εφημέριοι, κληρικοί των καθεδρικών ναών, μοναχοί, χωροδεσπότες, ιππότες, πρωτότοκοι γιοί ευγενών οικογενειών που μετανάστευσαν στην πόλη – συνυπάρχουν με τη νέα άρχουσα τάξη. Παράλληλα, υπάρχει μια ταξική διαστρωμάτωση που οφείλεται στις μεγάλες διαφορές της περιουσίας. Δίπλα στην αστική αριστοκρατία και στους πλούσιους μεγαλέμπορους αστούς, δημιουργείται μια «μεσοαστική» τάξη που αποτελείται από βιοτέχνες, μικρεμπόρους, γραφιάδες κ.α. Τεχνίτες και υπάλληλοι αποτελούν τον «κοσμάκη» (popolo minuto) και ακόμα πιο κάτω οι απόκληροι της αστικής κοινωνίας - ξεριζωμένοι αγρότες, δραπέτες, θύματα του λοιμού ή της ανασφάλειας κλπ. Φαίνεται λοιπόν ότι στις περισσότερες πόλεις κυριαρχούσε μια ολιγαρχία εύπορων εμπόρων, η οποία δεν συγκρούεται με την παλιά αριστοκρατία για ν’ αποκτήσει προνόμια και ελευθερίες, αλλά συνεργάζεται με αυτή για τη διατήρησητης ισχύος στα χέρια των πλουσιότερων.

Σε κάθε περίπτωση λοιπόν η εξουσία, ακόμη και μετά την εμφάνιση του κοινοτικού κινήματος, παραμένει στα χέρια μιας ολιγαρχίας που προέρχεται από τη συνεργασία της αριστοκρατίας της γης και της νέας «αριστοκρατίας του χρήματος» και η οποία αποτελεί μέρος του φεουδαρχικού συστήματος χωρίς να έρχεται σε αντίθεση μαζί του. Παρ' όλα αυτά, υπάρχει ένα σημείο που τραβάει την προσοχή και που προαναγγέλει τον ρόλο που θα παίξουν οι πόλεις αργότερα.



Η φεουδαρχία, ως σύστημα, έχει αγροτική βάση. Είναι ένα σύστημα κατοχής και εκμετάλλευσης γης. Το φέουδο είναι σχεδόν πάντα γη. Όπως είδαμε, η ανάπτυξη των πόλεων μεταξύ 11ου και 13ου αιώνα λειτουργεί φεουδαρχικά, καθώς η ολιγαρχική εξουσία της νέας αστικής τάξης επεκτείνει την κυριαρχία της στις γύρω περιοχές. Ο Le Goff αναφέρει ότι το φεουδαρχικό σύστημα αποκλείει λίγο πολύ τον όρο της ιδιοκτησίας ως δικαίωμα χρήσης και κατάχρησης και με αυτήν την έννοια έρχεται σε αντίθεση με την εκχρηματισμένη οικονομία και το σύστημα της αστικής κατοχής, κυρίως όσον αφορά την κινητή περιουσία. Μπορεί λοιπόν οι πόλεις και η νέα αστική τάξη να μην έρχονται σε άμεση αντίθεση με το φεουδαρχικό σύστημα, η ύπαρξή του όμως θέτει νέα ζητήματα τα οποία θα παίξουν ρόλο στις αλλαγές που θα ακολουθήσουν αργότερα, προς το τέλος του Μεσαίωνα. Μακροπρόθεσμα, η αστική τάξη θα υπονομεύσει την φεουδαρχία. Αλλά κατά την περίοδο που εξετάζουμε, αυτό απέχει ακόμα πολύ. Η νέα άρχουσα τάξη των αστών ενσωματώνεται στο υπάρχον φεουδαρχικό σύστημα, επιβάλλοντας την κυριαρχία της στη γύρω περιοχή και στους μικρούς χωροδεσπότες και υποκαθιστώντας στην πόλη την παραδοσιακή εξουσία του ηγεμόνα με μια ολιγαρχική εξουσία.



Άρθρο του Γιώργου Μαργαρίτη
καθηγητή Ιστορίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης


Πριν από πολλούς πολλούς αιώνες, καθώς ο ρωμαϊκός κόσμος κατέρρεε κάτω από πολύμορφες εσωτερικές και εξωτερικές πιέσεις, η μεσογειακή αρχαιότητα είδε τις ακτές της να χωρίζονται σε αντίπαλους κόσμους.


Η μεγάλη κλειστή θάλασσα, η Μεσόγειος, ήταν για τον αρχαίο κόσμο ένας μεγάλος ποταμός, ένα είδος θαλάσσιου Νείλου θα λέγαμε, που επέτρεπε στον ρωμαϊκό κόσμο να εμπορεύεται, να μετακινείται, να ενοποιείται, σε τελευταία ανάλυση, πολιτικά, οικονομικά, πολιτιστικά.


Κατόπιν τα πράγματα άλλαξαν. Στις βόρειες ακτές της Μεσογείου και στην ενδοχώρα τους, η ανερχόμενη φεουδαρχία περιόρισε στο ελάχιστο το εμπόριο και συνακόλουθα τις πόλεις και έκλεισε την οικονομία σε παραγωγικούς μικρόκοσμους, που επικοινωνούσαν μεταξύ τους μέσα από πολύπλοκες σχέσεις γεμάτες κανόνες εξάρτησης, υποχρέωσης, υποταγής.

Ηταν κάτι το ολότελα ξένο για έναν αρχαίο κόσμο που, στην κλασική, την ελληνιστική ή τη ρωμαϊκή του εκδοχή, είχε αρθρωθεί γύρω από τους δρόμους του εμπορίου, τους σταθμούς των καραβανιών και, προπαντός, τα λιμάνια της κλειστής θάλασσας.


Κατά μήκος των δρόμων αυτών, με τρόπο εκρηκτικά δυναμικό γεννήθηκε, αρθρώθηκε και μεγαλούργησε ο ισλαμικός κόσμος. Κράτησε από τη θνήσκουσα μεσογειακή αρχαιότητα τα βασικά της χαρακτηριστικά, μεταπλάθοντάς τα στις νέες συνθήκες: την «Ούμα» –την αδελφότητα–, κατάλοιπο της αρχαίας πόλης και του δήμου που την κυβερνούσε, το «Σουκ», την αγορά, το φόρουμ, στο κέντρο των πόλεων. Και, όπως ο αρχαίος κόσμος, ρίχτηκε στην οικοδόμηση λαμπρών πόλεων, εκεί όπου το εμπόριο θα στάθμευε και θα διαχεόταν. Στον απέναντι Βορρά αρκούσαν τα χωριά.


Οι δύο κόσμοι χωρίστηκαν αποφασιστικά και η Μεσόγειος, από θάλασσα που ένωνε έγινε τάφρος φρουρίου που χώριζε ορκισμένους εχθρούς. Οταν οι εικονομάχοι Αραβες επένδυαν χρυσό και ασήμι στις εμπορικές τους δραστηριότητες ανανεώνοντας τα νομισματικά συστήματα της αρχαιότητας –το dirham (δραχμή) και το dirhem (δηνάριο)– οι εικονολάτρες χριστιανοί του Βορρά αποθησαύριζαν τα δικά τους πολύτιμα μέταλλα στα μοναστήρια και τους ναούς, ενδιαφερόμενοι για τον κόσμο του Θεού περισσότερο απ’ ό,τι για τον δικό τους κόσμο.


Για πολλούς αιώνες οι σχέσεις χριστιανών-Ευρωπαίων και μουσουλμάνων-Αράβων επικεντρώνονταν στον μεταξύ τους πόλεμο σε όλο το μήκος και το πλάτος της Μεσογείου. Το κύμα των αραβικών κατακτήσεων εξαντλήθηκε εκεί όπου τελείωναν οι δρόμοι του μεγάλου εμπορίου και η χριστιανική αντεπίθεση ξεκίνησε με τη Reconquista στην Ιβηρική Δύση και τις Σταυροφορίες στην Ανατολή. Σκληρός και αμφίρροπος αγώνας που κρίθηκε μόλις στον 19ο αιώνα, όταν ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής έδωσε στη χριστιανική Ευρώπη ακαταμάχητα οικονομικά, δημογραφικά και στρατιωτικά επιχειρήματα.

Για λίγες δεκαετίες ο αραβικός κόσμος κατακτήθηκε και αποικιοποιήθηκε από τους Ευρωπαίους, χωρίς ποτέ να υποταχθεί σε αυτούς. Από τον Μαχντί, τον Μουχτάρ Ομάρ ώς τον Νάσερ, πάντα υπήρχε κάποιος να τα βάλει με τους «Δυτικούς». Στο μεταξύ, ο κόσμος άλλαζε και προοδευτικά τα πλεονεκτήματα της Ευρώπης χάνονταν. Στα δικά μας χρόνια τα δημογραφικά δεδομένα, τα στρατιωτικά συνακόλουθα, γύρισαν προς την πλευρά των Αράβων.


Η υπόθαλψη και η πρόκληση της «αραβικής άνοιξης» ήρθε σε αυτή τη δυσμενή συγκυρία. Η κεντρική ιδέα έμοιαζε εξαιρετική –έτσι συνήθως γίνεται στο ξεκίνημα φιλόδοξων πολιτικών σχεδίων. Η Ευρώπη –ενιαία πλέον μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου–, με την απαραίτητη βοήθεια των ΗΠΑ, θα κατέστρεφε τα αραβικά καθεστώτα που κρατούσαν αποστάσεις από τη «Δύση».

Θα επαναλάμβανε με τον τρόπο αυτό τη μεγάλη της επιτυχία του 1990 –την ανατροπή των Λαϊκών Δημοκρατιών– και την προσαρμογή των χωρών αυτών στον καπιταλιστικό τρόπο ζωής διαμέσου των «πορτοκαλί επαναστάσεων». Με την εκτατική διεύρυνση του ευρωπαϊκού και αμερικανικού καπιταλισμού, θα ξορκιζόταν για λίγο καιρό ακόμα η κρίση.

Η δημογραφία –όπως και πολλά άλλα– πρόδωσε τους σχεδιασμούς. Σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε εκατό χρόνια νωρίτερα, ετούτη τη φορά οι «Δυτικοί» δεν είχαν ούτε το δημογραφικό ούτε το στρατιωτικό βάρος για να κατακτήσουν τα κράτη αυτά. Το πληθυσμιακό άθροισμα Ιράκ, Αφγανιστάν, Συρίας, Λιβύης φτάνει τα 100 εκατομμύρια! Με την Αίγυπτο και την αραβική χερσόνησο πλησιάζει τα 300!

Περιορίστηκαν λοιπόν στην καταστροφή των κρατών αυτών και ειδικότερα των μεσοαστικών στρωμάτων που αποτελούσαν στηρίγματα των εκεί καθεστώτων και των αντίστοιχων κρατικών μηχανισμών. Η εμφανής αδυναμία κατάκτησης αποστέρησε τη Δύση από τη δυνατότητα δημιουργίας σύμμαχων προς την υπόθεσή της δυνάμεων. Τα κράτη, λοιπόν, απλά διαλύθηκαν – ούτε υποτάχθηκαν ούτε προσαρμόστηκαν.

Ετούτοι οι πόλεμοι «αντιποίνων», σχεδιασμένοι και εκτελεσμένοι από μαθητευόμενους (ή απλά απελπισμένους) μάγους, οδηγούν σε ένα βαρύ σε συνέπειες ιστορικό ορόσημο.

Η σχέση της Ευρώπης με το αραβικό-μουσουλμανικό της περίβλημα, κυριολεκτικά ανατινάχθηκε. Η βίαιη διατάραξη ενός συστήματος που ισορροπούσε δύσκολα για 1.500 χρόνια μάλλον δεν θα περάσει χωρίς συνέπειες. Το «προσφυγικό» είναι απλά ο προάγγελος των εξελίξεων.

Τα αδιέξοδα διασπούν το κυρίαρχο στον κόσμο μας σύστημα δυνάμεων, τον «δυτικό» κόσμο. Το κενό που δημιουργούν τα αδιέξοδα σπεύδουν να το καλύψουν νέες φιλόδοξες ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις, ανατρέποντας ισορροπίες και εντείνοντας ανταγωνισμούς. Η ρευστότητα γίνεται στοιχείο της πολιτικής, ενώ ο πολιτικός χρόνος επιταχύνεται σημαδιακά.